24/08/2026

Εκρηκτική άνοδος σε σύφιλη και γονόρροια στην Ευρώπη

0
IMG_4500

Εκρηκτική άνοδος σε σύφιλη και γονόρροια στην Ευρώπη – Σε ιστορικά υψηλά επίπεδα τα κρούσματα το 2024

Ανησυχία προκαλούν τα νέα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC), καθώς τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα καταγράφουν συνεχή αύξηση σε ολόκληρη την Ευρώπη. Οι τελευταίες Ετήσιες Επιδημιολογικές Εκθέσεις δείχνουν ότι το 2024 τα κρούσματα γονόρροιας και σύφιλης έφτασαν στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων άνω των δέκα ετών.

Η εικόνα αυτή αντανακλά τη συνεχιζόμενη μετάδοση των λοιμώξεων σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και ενισχύει την ανάγκη για αποτελεσματικότερες πολιτικές πρόληψης και έγκαιρης διάγνωσης.

Πάνω από 106.000 κρούσματα γονόρροιας

Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2024, καταγράφηκαν 106.331 κρούσματα γονόρροιας, αριθμός που αντιστοιχεί σε αύξηση 303% σε σχέση με το 2015.

Παράλληλα, τα περιστατικά σύφιλης υπερδιπλασιάστηκαν την ίδια περίοδο, φτάνοντας τις 45.577 περιπτώσεις.

Τα χλαμύδια εξακολουθούν να αποτελούν τη συχνότερη σεξουαλικώς μεταδιδόμενη λοίμωξη στην Ευρώπη, με 213.443 κρούσματα, ενώ το βουβωνικό κοκκίωμα (LGV) συνέχισε να παρουσιάζει σταθερή μετάδοση με 3.490 καταγεγραμμένα περιστατικά.

Bruno Ciancio: «Μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές επιπλοκές»

Ο Bruno Ciancio, επικεφαλής του Τμήματος Directly Transmitted and Vaccine-Preventable Diseases στο ECDC, επισημαίνει ότι:

«Οι σεξουαλικώς μεταδιδόμενες λοιμώξεις βρίσκονται σε άνοδο εδώ και 10 χρόνια και έφτασαν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα το 2024. Εάν δεν αντιμετωπιστούν, αυτές οι λοιμώξεις μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές επιπλοκές, όπως χρόνιο πόνο και υπογονιμότητα και, στην περίπτωση της σύφιλης, προβλήματα στην καρδιά ή το νευρικό σύστημα.

Το πιο ανησυχητικό είναι ότι μεταξύ 2023 και 2024 παρατηρήσαμε σχεδόν διπλασιασμό της συγγενούς σύφιλης, όπου η λοίμωξη μεταδίδεται απευθείας στα νεογνά, οδηγώντας σε δυνητικά διά βίου επιπλοκές».

Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι η προστασία της σεξουαλικής υγείας παραμένει απλή, με τη χρήση προφυλακτικού σε νέους ή πολλαπλούς συντρόφους και τη διενέργεια εξετάσεων όταν εμφανίζονται συμπτώματα όπως πόνος, εκκρίσεις ή έλκος.

Ποιες πληθυσμιακές ομάδες επηρεάζονται περισσότερο

Τα στοιχεία του ECDC δείχνουν σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των πληθυσμιακών ομάδων.

Οι άνδρες που έχουν σεξουαλικές σχέσεις με άνδρες εξακολουθούν να πλήττονται δυσανάλογα περισσότερο, παρουσιάζοντας τις μεγαλύτερες μακροχρόνιες αυξήσεις τόσο στη γονόρροια όσο και στη σύφιλη.

Μεταξύ των ετεροφυλόφιλων, η σύφιλη αυξάνεται ιδιαίτερα στις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Ως αποτέλεσμα, οι περιπτώσεις συγγενούς σύφιλης αυξήθηκαν από 78 το 2023 σε 140 το 2024, σύμφωνα με στοιχεία από 14 χώρες που υπέβαλαν δεδομένα.

Ελλείψεις στην πρόληψη και στις εξετάσεις

Η έκθεση παρακολούθησης του ECDC για τη συγγενή σύφιλη αναδεικνύει σημαντικά κενά στην πρόληψη, όπως ελλιπή προγεννητικό έλεγχο, απουσία παρακολούθησης και επαναληπτικών εξετάσεων, αλλά και καθυστερήσεις στη θεραπεία.

Παράλληλα, εντοπίζονται ευρύτερα εμπόδια στην πρόσβαση στις εξετάσεις και στις υπηρεσίες πρόληψης.

Είναι χαρακτηριστικό ότι 13 από τα 29 κράτη που υπέβαλαν στοιχεία εξακολουθούν να χρεώνουν τα έξοδα των βασικών εξετάσεων για Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα (ΣΜΝ).

Το ECDC επισημαίνει επίσης ότι η άνιση εφαρμογή των υπηρεσιών και οι ξεπερασμένες εθνικές στρατηγικές περιορίζουν τον αντίκτυπο των αποδεδειγμένα αποτελεσματικών παρεμβάσεων, καθώς πολλές στρατηγικές δεν λαμβάνουν υπόψη τις μεταπανδημικές αλλαγές στη συμπεριφορά.

Οι συστάσεις του ECDC

Το ECDC συνιστά στις ευρωπαϊκές χώρες να βελτιώσουν τα πρωτόκολλα προγεννητικού ελέγχου, ώστε να διασφαλίζεται η έγκαιρη και ορθή διάγνωση και θεραπεία της σύφιλης ανάλογα με το στάδιο της λοίμωξης, με στόχο την πρόληψη της μετάδοσης στο έμβρυο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Επιπλέον, τον Ιανουάριο του 2026, το ECDC παρείχε συγκεκριμένες κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με τη χρήση της δοξυκυκλίνης για προφύλαξη μετά από έκθεση (doxy-PEP), με στόχο την υποστήριξη των προσπαθειών πρόληψης των ΣΜΝ.

Τα άτομα που αντιμετωπίζουν υψηλότερους κινδύνους έκθεσης θα πρέπει να συμβουλεύονται τον γιατρό τους ή άλλον επαγγελματία υγείας σχετικά με εξατομικευμένες επιλογές πρόληψης.

Το ECDC δεν συνιστά την ευρεία χρήση της doxy-PEP για τη γονόρροια λόγω των υψηλών επιπέδων μικροβιακής αντοχής και του κινδύνου περαιτέρω επιτάχυνσης της ανάπτυξης αντοχής.

Ανάγκη για άμεση δράση

Σύμφωνα με το ECDC, η αναστροφή της αυξητικής τάσης στα Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα απαιτεί προσβάσιμες υπηρεσίες πρόληψης, ευκολότερη πρόσβαση σε εξετάσεις, ταχύτερη θεραπεία και ισχυρότερη ιχνηλάτηση επαφών για τον περιορισμό της περαιτέρω μετάδοσης.

Ο οργανισμός καλεί τις δημόσιες αρχές υγείας να επικαιροποιήσουν επειγόντως τις εθνικές στρατηγικές για τα ΣΜΝ και να ενισχύσουν τα συστήματα επιτήρησης, ώστε να παρακολουθείται καλύτερα ο αντίκτυπος των μέτρων πρόληψης. Χωρίς αποφασιστική δράση, οι τρέχουσες τάσεις είναι πιθανό να συνεχιστούν, αυξάνοντας τις αρνητικές συνέπειες για τη δημόσια υγεία και διευρύνοντας τις ανισότητες στην πρόσβαση στη φροντίδα.

Σας άρεσε το άρθρο; Κοινοποιήστε το

What do you feel about this?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *